mosaic
επίθ.
μωσαικός, ψηφιδωτός
Mosaic
ουσ.
ψηφιδωτό, μωσαϊκό
Mosaic
(comp). Ένας απ’τους πρώτους World Wide Web browsers γραφικών που αναπτύχθηκαν στοNSCA.
mosaic
(Lex**) μωσαϊκό
mosaic
Ουσ. μωσαϊκό, ψηφιδωτό//
ασθένεια των φύλλων φυτού που κάνει τα φύλλα να μοιάζουν σαν το μωσαϊκόΕπίθ. που αναφέρεται στον Μωυσή, που αναφέρεται στους νόμους του Μωυσή
Ψηφιδωτό
Ψηφιδωτό καλείται η τεχνική επένδυσης επιφανειών με μικρές, συνήθως τετράγωνες, ψηφίδες από φυσικά πετρώματα ή υαλόμαζα οι οποίες προσκολλώνται σε κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα από ασβεστοκονίαμα δημιουργώντας περίτεχνα διακοσμημένες επιφάνειες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...