metro (m)
μετρητής, όργανο μέτρησης, μέτρο
{
meter
}
metrô (m)
υπόγειος δρόμος, υπόγειος σιδηρόδρομος,...
{
subway
}
metrar
metro (m)
κανόνας, χάρακας, κανών διοίκηση
{
rule
}
μετρητής, όργανο μέτρησης, μέτρο
{
meter
}
υπόγειος σιδηρόδρομος, μυστική οργάνωση...
{
underground
}
υπόγειος δρόμος, υπόγειος σιδηρόδρομος,...
{
subway
}
metro (m)
μετρητής, όργανο μέτρησης, μέτρο
{
meter
}
κανόνας, χάρακας, κανών διοίκηση
{
rule
}
μέτρο μήκους μιάς γιάρδας, μέτρο...
{
yardstick
}
metrò (m)
σύριγξ, σωλήνας, σωλήν, σωληνάριο,...
{
tube
}
υπόγειος σιδηρόδρομος, μυστική οργάνωση...
{
underground
}
υπόγειος δρόμος, υπόγειος σιδηρόδρομος,...
{
subway
}
Metro (die)
metro (de)
υπόγειος δρόμος, υπόγειος σιδηρόδρομος,...
{
subway
}
υπόγειος σιδηρόδρομος, μυστική οργάνωση...
{
underground
}