Mali
mali (m)
άρθρωση, αρμός, κλείδωση, τεμάχιο...
{
joint
}
male (m)
δυστυχία, δυστήχημα, δυστύχημα, ατυχία,...
{
misfortune
}
αδίκημα, λανθασμένος, άδικο, κακό
{
wrong
}
ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση,...
{
trouble
}
βλάβη, ζημιά, πλήγμα
{
hurt
}
ασθένεια, αρρώστια, αδιαθεσία
{
sickness
}
αρρώστια, νόσημα, νόσος, ασθένεια
{
disease
}
ασθένεια, αρρώστεια, νόσημα, νόσος,...
{
illness
}
malo
αηδιαστικός, απειλητικός, άσχημος,...
{
nasty
}
Mali
Mali (het)