level
επίθ.
πεδινός, επίπεδος, ισόπεδος, δίκαιος, φρόνιμος
ρήμ.
ισοπεδώ
ουσ.
αλφάδι, επίπεδο, οριακή γραμμή, στάθμη
level
(Lex**) επίπεδο
level (at/against)
(Lex*) επίπεδο (/ενάντια)
level (to)
(Lex*) επίπεδο ***(to)
level (wages)
(Lex*) επίπεδο (αμοιβές)
level (with the ground)
(Lex*) επίπεδο (με το έδαφος)
level (with)
(Lex*) επίπεδο (με)
level
Ουσ. επίπεδο , στάθμη//
κοινωνική βαθμίδα //
αλφάδιΕπίθ. ισόπεδος, //
ισότιμος, ίσοςΡημ. αλφαδιάζω//
καταργώ τις κοινωνικές διακρίσεις, εξομοιώνω
level
επίπεδο, στάθμη, βαθμίδα, επιφάνεια,
εξισώνω, ισοπεδώνω
level
level οριζόντια για την επιφάνεια όπου θα τοποθετηθεί η μονάδα