Hausse (die)
αύξηση, όγκος, ανάπτυξη, βλάστηση
{
growth
}
διαστολή, εξάπλωση, έκταση, επέκταση,...
{
expansion
}
hausse
αλυσίδα, βόμβος, κεραία, λιμενοφράγμα,...
{
boom
}
βοώ, βομβώ, προάγω
{
boom
}
hausse (f)
ανατολή, αύξηση, έγερση, πηγή, ύψωμα,...
{
rise
}
άλμα, αναπήδηση, απότομη ανύψωση, πήδημα
{
jump
}
φούσκωμα, εμφύσηση, πληθωρισμός
{
inflation
}
εξέγερση, έγερση, ανατολή
{
rising
}
hausser
ανυψώνω, υψώνω, υψώ, εγείρω, σηκώνω,...
{
raise
}
υψώ, υψούμαι, αυξάνω, υψώνω
{
heighten
}
αυξάνω, επαυξάνω, πληθαίνω, πληθύνω,...
{
increase
}
καυχιέμαι, ανωθώ, προάγω
{
boost
}
hausser
ανυψώνω, σηκώνω
h aspire