flash
ρήμ.
αστράφτω, αστράπτω
ουσ.
αναλαμπή, λάμψη, φλάς, αστραπή
flash
(Lex**) λάμψη
flash (across/into/through the mind)
(Lex*) λάμψη (***across/into/through το μυαλό)
flash
Ουσ. στιγμιαία λάμψη, φλας//
φωτογραφικό φλάς//
έμπνευση, "φλας" (μτφ.), αναλαμπή//
πολλή μικρή χρονική διάρκεια, "στιγμούλα"//
δείκτης πορείας αυτοκινήτου, φλάς
Επίθ. πολυτελής, κοσμικός, λαμπερός
Ρημ. εκπέμπω στιγμιαία λάμψη, αστράπτω//
κινούμαι σαν αστραπή, περνώ γρήγορα//
στέλνω φωτεινό σινιάλο//
επιδεικνύω για μια στιγμή (τα γεννητικά όργανα)
flash
αναλαμπή, φλας, αστραπή, αστράφτω, λάμπω, περνώ
flash
φλας