fencing
ουσ.
ξιφασκία, ξιφομαχία
fence
ρήμ.
φράσσω, ξιφομαχώ
fencing
(Lex**) περίφραξη
fencing
ξιφασκία//
υλικό για κατασκευή φράκτη//
η τέχνη του να απαντάς ξεφεύγοντας την άμεση απάντηση σε ερώτηση
fence
φράκτης//
κιγκλίδωμα, κάγκελα, πλέγμα προστασίας//
ξιφομαχία//
κλεπταποδόχος (αργκό)//
περιφράσσω, προστατεύω με φράκτη//
χωρίζω με φράκτη ή άλλο προστατευτικό μέσο//
αποφεύγω ερώτηση//
περιορίζω, βάζω σε φράκτη, "μαντρώνω"
Ξιφασκία
Η
ξιφασκία είναι άθλημα που περιλαμβάνει τρία διαφορετικά όπλα.Το Ξίφος Ασκήσεως,το Ξίφος Μονομαχίας καιτη Σπάθη. Κάθε όπλο έχει το δικό του στυλ και έναν αριθμό κανόνων αποκλειστικά δικό του. Ο στόχος κάθε αθλητή είναι ο ίδιος για όλα τα όπλα, να χτυπήσει κάποιος τον αντίπαλο χωρίς να χτυπηθεί.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...