Dichter (der)
ραψωδός, αοιδός, μαύρος ηθοποιός
{
minstrel
}
dicht
παχυλός, πυκνός, χονδρός, θολός, ηλίθιος
{
thick
}
μεθυσμένος, τέζα, σφιγκτός, τεντωμένος,...
{
tight
}
dichter (m de)
ραψωδός, αοιδός, μαύρος ηθοποιός
{
minstrel
}
dicht
παχυλός, πυκνός, χονδρός, θολός, ηλίθιος
{
thick
}
dichter
πoιητής o