chop
ρήμ.
κατακόπτω, πελεκώ, διαμελίζω, λιανίζω, αλλάζω
ουσ.
χτύπημα, τσεκουριά, μπριζόλα, φέτα, απόλυση
chops
(Lex**) μπριζόλες
chop
Ρημ. κόβω σε κομμάτια, ψιλοκόβω, τεμαχίζω (πχ. κρέας)//
κόβω με τσεκούρι //
κτυπώ με μπαλτά//
περικόπτω, περιορίζω δραστικά
Ουσ. τσεκουριά, κτύπημα με μπαλτά//
κομμάτι κρέατος κομμένο σε κούτσουρο, μπριτζόλα, "κοψίδι"