brillar
ακτινοβολώ, φέγγω, φωτοβολώ, λάμπω,...
{
shine
}
λάμπω, φωτοβολώ
{
gleam
}
λαμπυρίζω, σπινθηρίζω, σπινθηροβολώ,...
{
sparkle
}
βερνικώνω, λουστράρω, γυαλίζω, στιλβώ,...
{
polish
}
brillo
ζαλισμένος, μεθυσμένος λίγο, μεθυσμένος...
{
tipsy
}
πιωμένος, στουπί στο μεθύσι, μεθυσμένος
{
drunk
}
Brille (die)
γυαλλί, ποτήριο, ποτήρι, ύαλος,...
{
glass
}
διόπτρα, ματογυαλιά
{
specs
}
briller
ακτινοβολώ, φέγγω, φωτοβολώ, λάμπω,...
{
shine
}
μαρμαίρω, σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ,...
{
glitter
}
λαμπυρίζω, σπινθηρίζω, σπινθηροβολώ,...
{
sparkle
}
briller
λάμπω, φωτίζω, ακτινοβολώ