buck
ρήμ.
κλωτσοπηδώ, ανατρέπω, εναντιούμαι
ουσ.
αρσενικό έλαφος, αρσενικός λαγός, αίξ, αρσενικό ελάφι, κομψευμένος νέος, δολλάριο
buck
(Lex). αρσενικός λαγός
buck
Ουσ. αρσενικό ζώο (ελάφι , κουνέλι κτλ)//
δολλάριο (αργκό)//
νεαρός ιθαγενής αμερικάνος ή νέγρος//
"αρπαχτή"//
δολάριο (ΗΠΑ, αργκό)
Ρημ. αναπηδώ, εκτινάσσομαι (για άλογο που προσπαθεί να ρίξει αναβάτη)//
σπεύδω, βιάζομαι //
αντιστέκομαι, εναντιώνομαι