Atoms

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
atom
ουσ. άτομο, ελάχιστο μόριο


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
Atoms
Geology άτομα
 
atoms
(Lex). άτομα


My English - GreekDownload this dictionary
atom
Ουσ. άτομο (φυσ.)//
οτιδήποτε πολύ μικρό (μτφ.)

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Άτομο
Στη χημεία και φυσική, ένα άτομο (ετυμ. = άτμητο < α στερητ. + τέμνω) είναι το μικρότερο δυνατό σωματίδιο ενός χημικού στοιχείου το οποίο διατηρεί χημικές ιδιότητες. Η λέξη άτομο αρχικά εννοούσε το μικρότερο δυνατό άτμητο σωματίδιο, αλλά στη συνέχεια ο όρος αυτός απέκτησε ειδικό νόημα στην επιστήμη όταν βρέθηκε πως και τα άτομα αποτελούνται από μικρότερα υποατομικά σωματίδια.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define Atoms

Translate Atoms





Atoms in Chinese | | Atoms in English | Atoms in French | Atoms in Italian | Atoms in Spanish | Atoms in Dutch | Atoms in Portuguese | Atoms in German | Atoms in Russian | Atoms in Japanese | Atoms in Korean | Atoms in Turkish | Atoms in Hebrew | Atoms in Arabic | Atoms in Croatian | Atoms in Swedish