animar
animar
διεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω
{
excite
}
anima (f)
πνεύμα, ζωή, ψυχή, διάθεση, φρόνημα,...
{
spirit
}
πυρήν, πυρήνας, καρδιά, κέντρο,...
{
core
}
φάντασμα, στοιχείο, πνεύμα
{
ghost
}
animé
δραστήριος, δρων, ενεργός, ενεργητικός
{
active
}
λαμπρός, ευφυής, λαμπερός
{
bright
}
animer
ζωηρεύω, φαιδρύνω
{
liven
}
καθοδηγώ, άγω, διευθύνω, οδηγώ, φέρω,...
{
conduct
}
κινώ, προωθώ, άγω, οδηγώ, αμαξοπορώ,...
{
drive
}
animé
ζωηρός, κινούμενος
animer
ζωντανεύω