amendment
ουσ.
διόρθωση, τροπολογία, τροποποίηση
Amendment
(Financial). (Τροποποίηση) Μια τροποποίηση σε μια ενέγγυα πίστωση. Η ειδοποίηση για οποιαδήποτε αλλαγή προέρχεται μάλλον από την εκδότρια τράπεζα και πρέπει να κοινοποιείται στον δικαιούχο μέσω της κοινοποιούσας τράπεζας. Οι ανέκκλητες πιστώσεις μπορούν να τροποποιηθούν μόνο με την συναίνεση όλων των συμβαλλομένων μερών.
amendment
(Ins). τροποποίηση, μεταβολή, τροπολογία
amendment
Ουσ. διόρθωση, τροποποίηση, βελτίωση
amendment
τροποποίηση