amende (f)
πρόστιμο, πρόστημο, χρηματική ποινή
{
fine
}
ποινή, πενάλτυ, τιμωρία
{
penalty
}
πρόστιμο, στέρηση, κατάσχεση, ποινή
{
forfeiture
}
amender
διορθώ, διορθώνω, τροποποιώ
{
amend
}
καλλιτερεύω, βελτιώ, βελτιούμαι,...
{
improve
}
στερεώ, στερεώνω, ορίζω, προσηλώνω,...
{
fix
}
ζητώ την απόδοση, αναμορφώνω, επανορθώ,...
{
reclaim
}
amender
καλυτερεύω