alloy
ρήμ.
μιγνύω, κατασκευάζω κράμα
ουσ.
κράμα, μίγμα μέταλλου
Alloys
Geology κράματα
alloy
Ουσ. κράμα μετάλλων
Ρημ. ανακατεύω μέταλλο με άλλο υποδεέστερο,//
μειώνω την αξία (μετάλλου) προσθέτοντας του άλλες ουσίες, νοθεύω, αναμιγνύω
Κράμα
Το κράμα είναι αρχαία λέξη, που προέρχεται από το ρήμα κεράννυμι, ανακατεύω, αναμειγνύω. Έτσι, σημαίνει το ανακάτεμα, την ανάμειξη, αλλά χρησιμοποιείται συνήθως στη
μεταλλουργία για να δηλώσει το προϊόν της διαδικασίας ανάμειξης, κυρίως μετάλλων ή μετάλλου με αμέταλλο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...