ajuste (m)
αποικία, διακανονισμός, επίλυση,...
{
settlement
}
προσαρμογή, διευθέτηση, ρύθμιση,...
{
adjustment
}
ajustar
κανονίζω, προσαρμόζω, διευθετώ, ρυθμίζω
{
adjust
}
εγκαθιστώ, ξοφλώ, αποκαθιστώ,...
{
settle
}
επανορθώ, ανορθώ, επανορθώνω, διορθώνω
{
rectify
}
ajuste (m)
προσαρμογή, διευθέτηση, ρύθμιση,...
{
adjustment
}
σπασμός, παροξυσμός
{
fit
}
τοποθέτηση, δέσιμο δακτυλιολίθου,...
{
setting
}
κηλίδα, μπάλλωμα, τεμάχιο γης
{
patch
}
ajustar
προσαρμόζω, ταιριάζω
{
fit
}
κανονίζω, προσαρμόζω, διευθετώ, ρυθμίζω
{
adjust
}
κανονίζω, ρυθμίζω, ρεγουλάρω
{
regulate
}
αρμόζω, ταιριάζω
{
suit
}
περικοσμώ, στολίζω, τακτοποιώ,...
{
trim
}
ajusté
συμμαζευμένος, αναπαυτικός
{
snug
}
μεθυσμένος, τέζα, σφιγκτός, τεντωμένος,...
{
tight
}
ajuster
κανονίζω, προσαρμόζω, διευθετώ, ρυθμίζω
{
adjust
}
εγκαθιστώ, ξοφλώ, αποκαθιστώ,...
{
settle
}
τσιμπώ δυνατά, τσιμπώ
{
tweak
}
ajuster
εφαρμόζω, συγυρίζω, προσαρμόζω