aficionado (m)
ανεμιστήρας, βενταλιά, θαυμαστής,...
{
fan
}
aficionado
κοφτερός, οξύς, τσουχτερός, κοπτερός,...
{
keen
}
τρυφερός, υπεραγαπών, φιλόστοργος,...
{
fond
}
μερικός, μεροληπτικός, χαριστικός
{
partial
}
aficionado (m)
ανεμιστήρας, βενταλιά, θαυμαστής,...
{
fan
}
αγαπών, εραστής
{
lover
}
aficionarse
φαντάζομαι, λιμπίζομαι, αγαπώ, μου...
{
fancy
}
aficionado (m)
ανεμιστήρας, βενταλιά, θαυμαστής,...
{
fan
}
aficionado
(Lex). οπαδός
aficionado
Ουσ. οπαδός, γνώστης και φανατικός σε κάτι