affirmer
βεβαιώ, ισχυρίζομαι, υποστηρίζω,...
{
assert
}
δηλώνω υπεύθυνα [νομ.], βεβαιώνω
{
affirm
}
διατηρώ, υποστηρίζω, συντηρώ,...
{
maintain
}
βεβαιώ, διαβεβαιώνω, ασφαλίζω
{
assure
}
αγωνίζομαι, αντιμάχομαι, διαφιλονικώ,...
{
contend
}
βεβαιώ, δηλώ, υποστηρίζω, καθιστώ...
{
predicate
}
ομολογώ, επαγγέλομαι, υποκρίνομαι
{
profess
}
ορκίζομαι, βρίζω, βλασφημώ
{
swear
}
επιμαρτυρώ, μαρτυρώ ενορκώς, καταθέτω,...
{
testify
}
affirmant
(Lex). αυτός που δίνει διαβεβαίωση αντί όρκου
affirmant
διαβεβαιώνοντας