advertising (Brit.)
ουσ.
διαφήμιση
advertising
επίθ.
διαφημιστικός
advertise (Brit.)
ρήμ.
αγγέλω δημόσια, διαφημίζω
advertising
(Ins). διαφήμιση, διαφήμηση
advertising
Ουσ. διαφήμιση//
δημοσιότητα, δημοσιοποίηση
advertise
Ρημ. διαφημίζω//
δημοσιοποιώ, αναγγέλλω δημόσια, κοινοποιώ
advertising
διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση είναι διαδικασία γνωστοποίησης και επηρεασμού του καταναλωτικού κοινού για ένα προϊόν ή μία υπηρεσία επί πληρωμή. Η διαφήμιση μπορεί να χρησιμοποιεί άλλοτε συγκινησιακά χαρακτηριστικά (επίκληση στο συναίσθημα) που συνδέουν τον χρήστη με την αγορά ή την χρήση του προϊόντος και άλλοτε λογικά χαρακτηριστικά (επίκληση στη λογική) όπως τεχνικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα του προϊόντος σε σχέση με τα ανταγωνιστικά.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...