advance
ρήμ.
προοδεύω, προχωρώ, προάγω, προκαταβάλλω
επίθ.
προκαταβολικός
ουσ.
προκαταβολή, πρόοδος, προέλαση, προπόρευση
ADVANCE
(Automobile). προπορεία ανάφλεξης, αβάνς
advance
(Lex). πρόοδος, προβαίνω, προχωρώ, προκαταβάλλω, προκαταβολή
advance
Ρημ. προχωρώ, επισπεύδω, προελαύνω//
προωθώ//
αυξάνω, μεγαλώνω//
προοδεύω//
προκαταβάλλω
Ουσ. πρόοδος//
προκαταβολή//
προέλαση,
advance
πρόοδος, προαγωγή, προκαταβολή
προοδεύω, προχωρώ, προκαταβάλλω, προβαίνω, προελαύνω
advance
πρόοδος, προχωρώ, προκαταβάλλω, προκαταβολή