abattis (m)
εντόσθια όρνιθας, εντόσθια όρνιθος,...
{
giblets
}
abattre
αποσυναρμολογώ, γκρεμίζω, ρίχνω κάτω,...
{
knock down
}
βλάπτω, πληγώνω, τραυματίζω
{
injure
}
δαμάζω, παραβιάζω, ρηγνύω, θραύω, σπάζω
{
break
}
επισπεύδω, φονεύω, αποστέλλω
{
dispatch
}
επισπεύδω, φονεύω, αποστέλλω
{
despatch
}
διαψεύδω, νικώ, ματαιώ, καταβάλλω
{
defeat
}
κατατροπώ, συντρίβω, τσακίζω,...
{
crush
}
abattis
(Lex). εμπόδιο από ξύλα
abattis
Ουσ. οδόφραγμα από πεσμένα δέντρα.