Av
Av
av
κυνηγητό, κυνήγι, καταδίωξη, γλυφή
{
chase
}
τουφεκισμός, κυνήγι, τουφέκισμα
{
shooting
}
παγίδα, σύλληψη
{
catch
}
τυχαία συνάντηση, επιτάχυνση, μάζεμα,...
{
pickup
}
θύμα, λεία, βορά
{
prey
}
λατομείο, θήραμα, νταμάρι
{
quarry
}
σανίδες βαρέλιου, σανίδες κιβώτιου,...
{
shoot
}
av (avenue)
audiovisual
Επιθ. οπτικοακουστικός , που αναφέρεται στην όραση και την ακοή (κυρίως αναφέρεται σε μέθοδο διδασκαλίας)
average
Ουσ. μέσος όροςΡημ. υπολογίζω το μέσο όρο//
επιτυγχάνω το μέσο όρο