anormal
ασυνήθης, υπερβολικός, αντικανονικός,...
{
abnormal
}
ελλιπής, σκάρτος, ελαττωματικός,...
{
defective
}
anormal
εκτρεπόμενος, παρεκτρεπόμενος,...
{
aberrant
}
ασυνήθης, υπερβολικός, αντικανονικός,...
{
abnormal
}
ανώμαλος, ακανόνιστος, παράτυπος,...
{
irregular
}
anormal (m)
κάτι αφύσικον, τέρας, φρίκιο,...
{
freak
}
anormal
ασυνήθης, υπερβολικός, αντικανονικός,...
{
abnormal
}
anormal
ασυνήθης, υπερβολικός, αντικανονικός,...
{
abnormal
}
εκτρεπόμενος, παρεκτρεπόμενος,...
{
aberrant
}
anormal
ασυνήθης, υπερβολικός, αντικανονικός,...
{
abnormal
}
επιληπτικός, φρενοπαθής, αλαφροΐσκιωτος
{
moonstruck
}