anemometer
ουσ.
ανεμόμετρο
Anemometer
(Meteo) Ανεμόμετρο (Anemometer) Όργανο που μετρά την ταχύτητα του ατμοσφαιρικού αέρα που ρέει γενικά παράλληλα προς το έδαφος. Άνεμος (Wind): Είναι η φυσική κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα που ρέει γενικά παράλληλα προς το έδαφος.
anemometer
(Lex). ανεμόμετρο
anemometer
Ουσ. ανεμόμετρο, όργανο μέτρησης της ταχύτητας του ανέμου