aná (f)
anão (m)
δαιμόνιο, νάνος, ξωτικό
{
elf
}
ανθρωπάριο, μοδέλο προς επίδειξη...
{
manikin
}
Ana (f)
ana
μητέρα, μητήρ, μάνα
{
mother
}
κεφάλι, κεφαλή, αρχηγός
{
head
}
δέσποινα, οικοδέσποινα, διευθύντρια...
{
matron
}
κύριος, προϊστάμενος, πρώτιστος
{
chief
}
ουσιώδης, κύριος, πρωτεύων
{
main
}
κυριότερος, συμβαλλόμενος, πρωταίτιος
{
principal
}
πρώτος, στοιχειώδης, βασικός,...
{
primary
}
βασικός, θεμελιώδης
{
basic
}
εξαίρετος, κεφαλαίος, κεφαλικός, κύριος
{
capital
}
καρδινάλιος, θεμελιώδης, κύριος
{
cardinal
}
an
στιγμή, σπουδαιότης, σπουδαιότητα
{
moment
}
δευτερόλεπτο, μάρτυς μονομαχίας, πρόταση
{
second
}
νεύμα διά του οφθαλμού, νόημα με το...
{
wink
}
αναλαμπή, λάμψη, φλάς, αστραπή
{
flash
}
ανασύρω και δένω ιστίο, στιγμή
{
trice
}
anmak
γιορτάζω, δοξολογώ, εορτάζω, πανηγυρίζω,...
{
celebrate
}
παραθέτω, κλητεύω, μνημονεύω, αναφέρω,...
{
cite
}
ana
συλλογή (ανέκδοτου υλικού), ανθολογία