amare
συμπαθώ, αγαπώ, αρέσω, βρίσκω καλό,...
{
like
}
απολαμβάνω, χαίρομαι
{
enjoy
}
προκρίνω, προτιμώ, προτείνω, προβιβάζω
{
prefer
}
amo (m)
γάντζος, τσεγκέλι, τσιγγέλι, άγκιστρο,...
{
hook
}
Ami (der)
γιάνκης, κάτοικος των βορειοανατολικών...
{
Yank
}
am
κολεός, κόλπος, μουνί
{
vagina
}
ami
αγαθός, καλοκάγαθος, φιλικός, φιλόφρων
{
kindly
}
εγκάρδιος, έντονος, θερμός,...
{
cordial
}
ami (m)
σύντροφος, παλιόφιλος, στενός φίλος,...
{
chum
}
un ami
φίλος (ο)