aid
ρήμ.
βοηθώ
ουσ.
βοήθεια, αρωγός, υπασπιστής
Aids (acquired immune deficiency syndrome)
(Lex). Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας, AIDS
aids
αρρώστια του ανοσοποιητικού συστήματος (AIDS)
aid
Ρημ. βοηθώ, υποστηρίζω
Ουσ. βοήθεια, αρωγή
aid
βοήθεια, βοηθώ
AIDS
Το AIDS (ακρωνύμιο του Acquired Immune Deficiency Syndrome - Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας) είναι μια
λοιμώδης νόσος που οφείλεται στον
ιό HIV, ο οποίος προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου, το σύστημα δηλαδή που είναι υπεύθυνο για την άμυνα του οργανισμού ενάντια σε
λοιμώξεις, νεοπλασίες και άλλες ασθένειες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...