abstract
ρήμ.
αφαιρώ, αποσπώ, αποχωρίζω
επίθ.
αφηρημένος
ουσ.
απόσπασμα, περίληψη, επιτομή
Abstract
(Math). αφηρημένος , επιτομή
abstract
(Lex). περίληψη, αφαιρώ, θεωρητικός, αφηρημένος
abstract
Ρημ. αποσπώ, διαχωρίζω //
αποσύρω, αφαιρώ//
κλέβω, υπεξαιρώ
Επιθ. αφηρημένος, ονειροπόλος //
σκοτεινός, μεταφυσικός, δυσκολονόητος // δυσκολονόητος//
επίσημος//
θεωρητικός, ιδανικός
Ουσ. απόσπασμα, , απόσταγμα,//
εργο αφηρημένης τέχνης//
ουσία, περίληψη, σύνοψη
abstract
ΡΗΜ.: αφαιρώ, αποσπώ, θεωρητικός
abstract
αφηρημένος, αφαιρώ, θεωρητικός