abondant
άρτιος, γεμάτος, μεστός, χορτάτος
{
full
}
abondant
ευρύς, επαρκής, επαρκώς
{
ample
}
ακαταπόντιστος, επιπλέων
{
afloat
}
abondant (m)
χόνδρος τεμάχιο, μεγάλο κομμάτι
{
chunk
}
abonder
βρίθω, υπάρχω εν αφθονία, αφθονώ, θρίβω
{
abound
}
abondant
άφθονος (ο)