42a
η ενεργητική φωνή - de actieve vorm ενεστώτας - tegenwoordige tijd οριστική - aantonende wijs υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd ακούω
ακούς
ακούει
ακούμε
ακούτε
ακούν/ακούνε
- παρατατικός - onvoltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs
άκουγα
άκουγες
άκουγε
ακούγαμε
ακούγατε
άκουγαν - αόριστος - voltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs άκουσα άκουσες άκουσε ακούσαμε ακούσατε άκουσαν - υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd ακούσω ακούσείς ακούσεί ακούσουμε ακούσετε ακούσουν