四十
τεσσαράκοντα, σαράντα
{
forty
}
40
Παθητική φωνή - Passieve vorm ενεστώτας - tegenwoordige tijd οριστική - aantonende wijs υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd στερούμαι
στερείσαι
στερείτε
στερούμαστε
στερείστε
στερούνται
- παρατατικός - onvoltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs
στερούμουν
στερούσουν
στερούνταν
στερούμαστε
στερούσαστε
στερούνταν - αόριστος - voltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs στερήθηκα στερήθηκες στερήθηκε στερηθήκαμε στερηθήκατε στερήθηκαν - υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd στερηθώ στερηθείς στερηθεί στερηθούμε στερηθείτε στερηθούν
40