39
η ενεργητική φωνή - de actieve vorm
ενεστώτας - tegenwoordige tijd
οριστική - aantonende wijs
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs
εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd
λαλώ
λαλείς
λαλεί
λαλούμε
λαλείτε
λαλούν
-
παρατατικός - onvoltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
λαλούσα
λαλούσες
λαλούσε
λαλούσαμε
λαλούσατε
λαλούσαν
-
αόριστος - voltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
λάλησα
λάλησες
λάλησε
λαλήσαμε
λαλήσατε
λάλησαν
-
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd
λαλήσω
λαλήσεις
λαλήσει
λαλήσουμε
λαλήσετε
λαλήσουν
-
Παθητική φωνή - Passieve vorm ενεστώτας - tegenwoordige tijd οριστική - aantonende wijs υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd
λαλιέμαι
λαλιέσαι
λαλιέται
λαλιόμαστε
λαλιέστε
λαλιούνται
-
παρατατικός - onvoltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs λαλιόμουν
λαλιόσουν
λαλιόταν
λαλιόμαστε
λαλιόσαστε
λαλιόνταν/λαλιούνταν
-
αόριστος - voltooid verleden tijd οριστική - aantonende wijs
λαλήθηκα
λαλήθηκες
λαλήθηκε
λαληθήκαμε
λαληθήκατε
λαλήθηκαν
-
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd λαληθώ
λαληθείς
λαληθεί
λαληθούμε
λαληθείτε
λαληθούν
39