36
η ενεργητική φωνή - de actieve vorm
ενεστώτας - tegenwoordige tijd
οριστική - aantonende wijs
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs
εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd
ψάχνω
ψάχνεις
ψάχνει
ψάχνουμε
ψάχνετε
ψάχουν
-
παρατατικός - onvoltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
έψαχνα
έψαχνες
έψαχνε
ψάχναμε
ψάχνατε
έψαχναν
-
αόριστος - voltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
έψαξα
έψαξες
έψαξε
ψάξαμε
ψάξατε
έψαξαν
-
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs
στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd
ψάξω
ψάξεις
ψάξει
ψάξουμε
ψάξετε
ψάξουν
Παθητική φωνή - Passieve vorm
ενεστώτας - tegenwoordige tijd
οριστική - aantonende wijs
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs
εξακολουθητικός μέλλοντας (θα) - onvoltooid toekomende tijd
ψάχνομαι
ψάχνεσαι
ψάχνεται
ψαχνόμαστε
ψάχνεστε
ψάχνονται
-
παρατατικός - onvoltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
ψαχνόμουν
ψαχνόσουν
ψαχνόταν
ψαχνόμαστε
ψαχνόσαστε
ψάχνονταν
-
αόριστος - voltooid verleden tijd
οριστική - aantonende wijs
ψάχτηκα
ψάχτηκες
ψάχτηκε
ψαχτήκαμε
ψαχτήκατε
ψάχτηκαν
-
υποτακτική (να, όταν, για να) - aanvoegende wijs
στιγμιαίος μέλλοντας (θα) - voltooid toekomende tijd
ψαχτώ
ψαχτείς
ψαχτεί
ψαχτούμε
ψαχτείτε
ψαχτούν
36