αγάπη
n.
affection, fondness, affinity, liking, dearness, love
αγάπη μου
interj.
dearie
Αγάπη
Η αγάπη είναι ένα από τα πρωταρχικά συναισθήματα, ένα φαινόμενο με απόλυτη αξία. Η αγάπη, σε γενικές γραμμές, περιγράφει την έντονη έλξη κάποιου προς κάποιο άλλο πρόσωπο, τόπο ή αντικείμενο. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει την εκδήλωση ενδιαφέροντος και φροντίδας αλλά και την ύπαρξη ταύτισης με τα πράγματα αυτά. Ο όρος αγάπη περιγράφει έναν έντονο συναισθηματικό δεσμό ή συναισθηματική κατάσταση. Με τη συνηθισμένη του χρήση, ο όρος αναφέρεται στη διαπροσωπική αγάπη, τα συναισθήματα που νιώθει ένα πρόσωπο για κάποιο άλλο πρόσωπο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...
αγάπη
rakkaus
kiintymys
αγάπη μου
oma rakas
rakkaani
αγάπη
affection, attachment, love
αγάπη
love