τέχνη
n.
art, trade, artfulness, workmanship, craft, metier
έργο τέχνης
n.
work of art
επιδεξιότητα
n.
ability, skill, adroitness, cleverness, capability, deftness, dexterity
καλές τέχνες
n.
fine arts
Τέχνη
Το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας με βάση την πνευματική κατανόηση, επεξεργασία και ανάπλαση, κοινών εμπειριών της καθημερινής ζωής σε σχέση με το κοινωνικό,
πολιτισμικό,
ιστορικό και
γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο διέπονται, ονομάζεται τέχνη.Η τέχνη βασίζεται στην εμπειρία και στο ταλέντο. Αποτελεί έναν ευρύτερης ερμηνείας όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε την διαδικασία, της οποίας προιόν είναι κάτι το μή φυσικό, το οποίο ακολουθεί τους κανόνες του δημιουργού. Κατά συνέπεια όροι με κοινή ρίζα όπως τεχνικό, τεχνίτης, καλλιτέχνης αποδίδονται σε ανθρώπινες δημιουργίες και δραστηριότητες αυθαίρετες με τη ροπή του φυσικού κόσμου. Στον Δυτικό κόσμο η τέχνη περιγράφεται ώς art, από το Λατινικό ars που εν μέρει σημαίνει "διακανονίζω, διευθετώ".
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...
τέχνη
taide
taito
έργο τέχνης
taideteos
εικαστικές τέχνες
kuvataide
kuvaamataide
επιδεξιότητα
taitavuus
kyvykkyys
pystyvyys
καλές τέχνες
taiteet
taidelajit
τέχνη
art, trade
τέχνη
art