equipe
δεσμός, ταινία, ζώνη, όμιλος, ορχήστρα,...
{
band
}
ζεύγος ζώων, ομάδα
{
team
}
συμμορία, σπείρα, όμιλος
{
gang
}
equipar
εφοδιάζω, κανονίζω
{
gear
}
ντύνω, ενδύω, σκεπάζω
{
clothe
}
εφοδιάζω, εξοπλίζω
{
equip
}
επιπλώνω, θωρακίζω, χορηγώ, προμηθεύω
{
furnish
}
εφοδιάζω, εναποθηκεύω
{
store
}
εξαρτύω, εφοδιάζω, ενδύω, εξοπλίζω,...
{
rig
}
προπαρασκευάζω, προετοιμάζω,...
{
prepare
}
equipar
επιπλώνω, θωρακίζω, χορηγώ, προμηθεύω
{
furnish
}
εφοδιάζω, εξοπλίζω
{
equip
}
equipe (f)
ζεύγος ζώων, ομάδα
{
team
}
ομάδα, όμιλος, συγκρότημα, συνομοταξία,...
{
group
}
èquipe (f)
ζεύγος ζώων, ομάδα
{
team
}
ράβδος, σκυτάλη, βακτήρια, πεντάγραμμα...
{
staff
}
equipe (de)
ζεύγος ζώων, ομάδα
{
team
}
équipe (f)
ζεύγος ζώων, ομάδα
{
team
}
ράβδος, σκυτάλη, βακτήρια, πεντάγραμμα...
{
staff
}
ενωμοτία, ομάδα, ομάς, ουλαμός
{
squad
}
κόμμα, κόμμα πολιτικό, ομάδα, ομάς,...
{
party
}
αλλαγή, περίοδος εργασίας, υπεκφυγή
{
shift
}
équipé
φορμαρισμένος, παροξυσμός, κατάλληλος,...
{
fit
}
équiper
εφοδιάζω, εξοπλίζω
{
equip
}
εφοδιάζω, κανονίζω
{
gear
}
επιπλώνω, θωρακίζω, χορηγώ, προμηθεύω
{
furnish
}
προνοώ, προμηθεύω, εφοδιάζω
{
provide
}